GuidePedia

0

Τη στιγμή που η Ευρώπη και άλλες περιοχές του κόσμου κυβερνώνται από μετριότητες, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πρωθυπουργός, εδώ και μια δεκαετία της Τουρκίας, ξεχειλίζει από φιλοδοξία. Ίσως ο μόνος άλλο ηγέτης, σε όλο τον κόσμο, που διαθέτει το ανάλογο δυναμικό πεδίο είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος έχει καταφέρει να κάνει τη Δύση να αισθάνεται ιδιαίτερα άβολα.
Των Robert D. Kaplan, Reva Bhalla
ΠΗΓΗ: STRATFOR
ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Παντελής Καρύκας
Ο Ερντογάν και ο Πούτιν είναι φιλόδοξοι διότι κατανοούν τις αρχές της γεωπολιτικής. Ο Πούτιν γνωρίζει ότι κάθε υπεύθυνος Ρώσος ηγέτης οφείλει να δημιουργήσει μια προστατευτική ζώνη γύρω από τη Ρωσία, στην Αν. Ευρώπη και στον Καύκασο. Ο Ερντογάν επίσης γνωρίζει ότι η Τουρκία πρέπει να καταστεί πρώτα μεγάλη δύναμη στη Μέση Ανατολή, ώστε να αποκτήσει βαρύτητα και στην Ευρώπη.
Η θέση της Τουρκίας μεταξύ Ασίας και Ευρώπης της παρέχει μια σειρά πλεονεκτημάτων, αλλά και σοβαρών μειονεκτημάτων. Αυτά κάνουν τον Ερντογάν ευερέθιστο, κατά καιρούς. Υπάρχει ιστορική και γεωγραφική λογική πίσω από τις εκρήξεις τους.
Η Οθωμανική Τουρκία βρέθηκε με την πλευρά των ηττημένων μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες δυνάμεις, με την Συνθήκη των Σεβρών, διέλυσαν την Τουρκία, δίνοντας εδάφη ή ζώνες επιρροής στην Ελλάδα, την Αρμενία, την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η τουρκική αντίδραση στην ταπείνωση ήταν ο Κεμαλισμός, η φιλοσοφία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, του μόνου αήττητου Τούρκου στρατηγού, ο οποίος ξεκίνησε επανάσταση κατά των νικητών, από την Ανατολία, την καρδιά της τουρκικής ενδοχώρας.
Ο Κεμαλισμός παρέδωσε τα εδαφικά εξαρτήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα εκτός της Ανατολίας, αλλά επέμεινε στη δημιουργία ενός, εθνικά ομοιογενούς, τουρκικού κράτους, στην ενδοχώρα αυτή. Οι Κούρδοι, απλώς, ονομάστηκαν «ορεσίβιοι Τούρκοι». Ο Κεμαλισμός, στην πραγματικότητα, κατήργησε το πολυπολιτισμικό οικοδόμημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο Κεμαλισμός δεν απέρριψε μόνο τις μειονότητες. Απέρριψε την αραβική γραφή. Διακινδυνεύοντας ακόμα υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού, ο Κεμάλ, υιοθέτησε τα λατινικά στοιχεία. Επίσης κατάργησε τα θρησκευτικά δικαστήρια και αποθάρρυνε τους Τούρκους από να φορούν φέσι και τις Τουρκάλες να φορούν φερετζέ. Ο Κεμάλ έχρισε τους Τούρκους Ευρωπαίους, αδιαφορώντας για το αν η Ευρώπη θα αποδέχονταν αυτό τον χαρακτηρισμό ή όχι, επιχειρώντας να αναπροσανατολίσει την Τουρκία από το οθωμανικό παρελθόν και τη Μέση Ανατολή, προς την Ευρώπη.
Ο Κεμαλισμός ήταν επίσης, η τουρκική στρατιωτική αντίδραση στην Συνθήκη των Σεβρών, όπως και η νεοτσαρική πολιτική του Πούτιν, αποτελεί το αυταρχικό αντίδοτο στη διάλυση της εποχής Γιέλτσιν. Για πολλά χρόνια ο Κεμάλ υπήρξε σχεδόν ένας ημίθεος στην Τουρκία, ήταν το πηδάλιο της χώρας, το πρόσωπο που λατρευόταν από τους Τούρκους.
Η προσπάθεια του Κεμάλ να στρέψει το τιμόνι της Τουρκίας προς τη Δύση, βρισκόταν σε σύγκρουση με την γεωγραφική θέση της Τουρκίας, ιππαστί Ανατολής και Δύσης. Χρειαζόταν μια αναπροσαρμογή. Το 1983, ο Τουρκγούτ Οζάλ, ένας θρησκευόμενος Τούρκος, με επαφή με το μυστικιστικό Ισλάμ, ανέλαβε να την πραγματοποιήσει.
Οι πολιτικές ικανότητες του Οζάλ του επέτρεψαν να αναλάβει τον έλεγχο στα εσωτερικά της Τουρκίας, αλλά και σε μεγάλο βαθμό, στα εξωτερικά της, εκτός του ελέγχου των στρατιωτικού κεμαλικού κατεστημένου. Ο Οζάλ μίλησε για μια Τουρκία που η επιρροή της θα εκτείνεται από το Αιγαίο μέχρι το μεγάλο Σινικό Τείχος. Με τη λογική του Οζάλ η Τουρκία δεν όφειλε να διαλέξει μεταξύ Ανατολής ή Δύσης.
Γεωγραφικά ήταν ενταγμένη και στην Ανατολή και στη Δύση και όφειλε, πολιτικά, να ενσωματωθεί και στους δύο κόσμους. Ο Οζάλ κατέστησε το Ισλάμ και πάλι, δημόσια, σεβαστό στην Τουρκία και παράλληλα υποστήριζε με θέρμη την πολιτική Ρέιγκαν, στο τελικό στάδιο του Ψυχρού Πολέμου. Όντας τόσο φιλοαμερικανός και τόσο ικανός να διαχειριστεί τους κεμαλικούς στο εσωτερικό, περισσότερο από τους προκατόχους του, μπορούσε να είναι όσο ισλαμιστής ήθελε, επίσης.
Ο Οζάλ χρησιμοποίησε την ισλαμική κουλτούρα για να ανοίξει τον δρόμο προς την αποδοχή των Κούρδων. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από την Ευρώπη, μετά τη χούντα Εβρέν, του επέτρεψε να αναπτύξει οικονομικούς δεσμούς με τις χώρες ανατολικά της Τουρκίας. Παράλληλα, σταδιακά, ο Οζάλ ενδυνάμωσε τους πιστούς μουσουλμάνους της ενδοχώρας της Ανατολίας.
Ο Οζάλ, δύο δεκαετίες πριν τον Ερντογάν, είδε την Τουρκία ως πρόμαχο του μετριοπαθούς Ισλάμ στον μουσουλμανικό κόσμο, αψηφώντας το κεμαλικό θέσφατο ότι η πανισλαμική πολιτική θα υποσκάψει την ισχύ της Τουρκίας και θα την εκθέσει στις αδηφάγες ξένες δυνάμεις. Ο όρος νέο-οθωμανισμός, στην πραγματικότητα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης Οζάλ.

Ο Οζάλ πέθανε ξαφνικά το 1993, οπότε και άρχισε μια δεκαετία διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας. Το σκηνικό όμως είχε στηθεί για τον Ερντογάν και τους ισλαμιστές υποστηρικτές του, για να κερδίσουν την απόλυτη πλειοψηφία, το 2002. Ο Οζάλ προερχόταν από το κεντροδεξιό «Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας». Ο Ερντογάν ήρθε με το ανοικτά ισλαμικό «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», αν και ο ίδιος και πολλοί συνεργάτες του έδειχναν μετριοπαθείς, για ένα διάστημα. Φυσικά υπάρχουν πολλές παραλλαγές στην ισλαμική πολιτική σκέψη στην Τουρκία του Οζάλ και του Ερντογάν, ένα όμως είναι ξεκάθαρο, και οι δύο σηματοδότησαν μια περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση, αντίθετα με οποιονδήποτε ηγέτη στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ σήμερα, ο Ερντογάν έχει ένα όραμα, ταυτόσημο σχεδόν με αυτό του Οζάλ, ένα όραμα που τον απομακρύνει από τον Κεμαλισμό, ακόμα περισσότερο. Αντίθετα με την κεμαλική έμφαση στην στρατιωτική ισχύ, ο Ερντογάν, όπως και ο Οζάλ, στηρίζεται περισσότερο στην ισχύ των πολιτισμικών και οικονομικών σχέσεων για να αναδημιουργήσει μια νέα μορφή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τη Βόρεια Αφρική μέχρι το ιρανικό υψίπεδο και την Κεντρική Ασία.
Ένας από τους μεγαλύτερους δυτικούς μελετητές του Ισλάμ, ο Μάρσαλ Χόντγκσον, υποστήριζε πάντα ότι το Ισλάμ είναι η θρησκεία των εμπόρων, η οποία ενώνει τους πιστούς της από όαση σε όαση, επιτρέποντας συμφωνίες μεταξύ εθνών. Στην ισλαμική ιστορία, αυθεντικές θρησκευτικές διασυνδέσεις, μεταξύ της Μέσης Ανατολής και του Ινδικού Ωκεανού οδήγησαν σε επιχειρηματικές και πολιτικές διασυνδέσεις.
Ο Ερντογάν ανακάλυψε ότι το να προβάλει την Τουρκία στη Μέση Ανατολή ως πρότυπο του μετριοπαθούς Ισλάμ, παρουσιάζει δυσκολίες. Στην πραγματικότητα είναι αμφίβολο αν η Τουρκία έχει καν την πολιτική και στρατιωτική ικανότητα να προβάλει ως η κορυφαία δύναμη του μετριοπαθούς Ισλάμ. Η Τουρκία μπορεί να προσπαθήσει, στην καλύτερη περίπτωση, να αυξήσει τις εμπορικές τις συναλλαγές με τους ανατολικούς της γείτονες, αλλά οι συναλλαγές αυτές δεν αποτελούν παρά ψήγμα σε σχέση αυτών με την Ευρώπη. Στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία η Τουρκία αναζητά την απόκτηση επιρροής βασισμένη σε γεωγραφική και γλωσσική συγγένεια με τους εκεί λαούς.

Η Ρωσία του Πούτιν όμως εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τα κράτη της Κεντρικής Ασίας και μέσω της σύγκρουσής της με τη Γεωργία, έχει θέσει και το Αζερμπαϊτζάν σε δυσχερή θέση. Στη Μεσοποταμία η τουρκική επιρροή υπολείπεται σαφώς της ιρανικής. Στην Συρία, ο Ερντογάν και ο υπουργός του των Εξωτερικών Νταβούτογλου, υπολόγισαν, λανθασμένα, ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα σουνιτικό κράτος απέναντι στο αλαουιτικό καθεστώς του Άσαντ. Και την ώρα που ο Ερντογάν κέρδιζε πόντους μεταξύ των μουσουλμάνων, φωνασκώντας κατά του Ισραήλ, η αναθέρμανση των σχέσεων Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, επιτρέπει τώρα στους αντιπάλους της Τουρκίας να συνεργαστούν στο πεδίο των υδρογονανθράκων της Αν. Μεσογείου.
Η ρίζα του προβλήματος σχετίζεται εν μέρει με τη γεωγραφία. Η Τουρκία έχει ως κορμό ένα μεγάλο υψίπεδο, την Ανατολία, η οποία αποτελεί και τη χερσαία γέφυρα μεταξύ των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής χωρίς να αποτελεί ζωτικό κομμάτι ούτε της μιας ούτε της άλλης περιοχής. Η τουρκική γλώσσα δεν έχει πλέον το πλεονέκτημα της αραβικής γραφής. Ακόμα σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι η Τουρκία μόνη της δαιμονοποίησε τον κουρδικό της πληθυσμό, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειές της να επεκτείνει την επιρροή της στις γειτονικές χώρες της Μέσης Ανατολής.
Το νοτιοανατολικό τμήμα της Τουρκίας, δημογραφικά, κυριαρχείται από τους Κούρδους, οι οποίοι επίσης κυριαρχούν σε μεγάλες εκτάσεις στη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Μια ενδεχόμενη διάσπαση της Συρίας, θα επέτρεπε στους εκεί Κούρδους να ενωθούν με τους αυτονομιστές Κούρδους της Ανατολίας, ώστε να υπονομεύσουν την Τουρκία. Η de facto διάλυση του Ιράκ υποχρέωσε την Τουρκία να ακολουθήσει μια πολιτική προσέγγισης με τους Κούρδους στο βόρειο τμήμα της χώρας αυτής, που όμως, υπονόμευσε την τουρκική επιρροή στο υπόλοιπο Ιράκ, αλλά και στο Ιράν. Η Τουρκία θέλει να επεκτείνει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, αλλά είναι και η ίδια μέρος των προβλημάτων της Μέσης Ανατολής.
Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι οφείλει, εν μέρει έστω, να επιλύσει το κουρδικό πρόβλημα στο εσωτερικό της Τουρκίας, ώστε κατόπιν να προσπαθήσει να ασκήσει επιρροή στη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος ανέφερε και τον οθωμανικό όρο Βιλαέτι, ως μέρος της λύσης, έναν όρο που δήλωνε την ημιαυτόνομη επαρχία στο οθωμανικό κράτος. Ίσως ο όρος αυτός να είναι το κλειδί για την σχεδιαζόμενη διευθέτηση με τους Κούρδους της Τουρκίας. Ωστόσο, μπορεί να εξεγείρει τα εθνικιστικά αισθήματα των Κούρδων έναντι της Τουρκίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως η επίλυση του κουρδικού υποσκάπτει τα ίδια τα θεμέλια του κεμαλικού ιδεολογήματος, με την έμφαση που αυτό απέδιδε στην ενιαία τουρκική Ανατολία.

Με δεδομένο όμως το πώς ήδη ο Ερντογάν έχει τιθασεύσει τους Τούρκους αξιωματικούς, κάτι που φάνταζε αδύνατο μερικά χρόνια πριν, θα πρέπει όλοι να μην τον υποτιμήσουν. Η τεράστια φιλοδοξία του είναι εμφανής. Την ώρα που οι ηγεσίες της Δύσης, αναποτελεσματικά, επιτίθενται στον Πούτιν, ο Ερντογάν, τον προσεγγίζει. 
πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top