GuidePedia

0

Επίσημη επίσκεψη στην Άγκυρα, την πρώτη Γάλλου προέδρου μετά από είκοσι δύο χρόνια, πραγματοποιεί ο Φρανσουά Ολάντ. Πρόκειται για μια επίσκεψη σε πολύ ιδιαίτερη συγκυρία. Καταρχήν, γίνεται σε μια στιγμή, που τόσο ο ίδιος όσο και οι συνομιλητές του κλυδωνίζονται. Ο ίδιος από την αγανάκτηση που έχει πυροδοτήσει η βροντερή διάψευση των προεκλογικών του δεσμεύσεων περί αλλαγής με το «ροζ» δράμα του Μεγάρου των Ηλυσίων Πεδίων να προστίθεται σαν «κερασάκι στην τούρτα». Από την άλλη η κυβέρνηση Ερντογάν δονείται από μπαράζ σκανδάλων διαφθοράς και από την αναζωπύρωση της οργής μέρους της τουρκικής κοινωνίας (άλλωστε η «φωτιά» του πάρκου Γκεζί ποτέ δεν «έσβησε» εντελώς) από τις σχεδόν ωμές παρεμβάσεις του στη δικαιοσύνη.

Δεν είναι όμως αυτό, κυρίως, που την καθιστά «ιδιαίτερη». Ο Ολάντ συζήτησε με την τουρκική ηγεσία τα της τουρκικής ενταξιακής πορείας στην ΕΕ. Αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση καθώς ο προκάτοχός του Σαρκοζί είχε ταχθεί υπέρ μιας προνομιακής εταιρικής σχέσης με την Άγκυρα, απορρίπτοντας την προοπτική ένταξης επικαλούμενος, εκτός όλων των άλλων, και πολιτιστικό χάσμα. Ο Ολάντ επέλεξε προσεκτικά τις λέξεις του υποστηρίζοντας ότι οι ενταξιακές συνομιλίες θα πρέπει να συνεχιστούν και ν' αγγίξουν όλα τα δύσκολα θέματα που απομένουν. Υποσχέθηκε επίσης δημοψήφισμα στη Γαλλία για την τουρκική ένταξη, όταν το ζήτημα τεθεί επί τάπητος. Υπενθυμίζεται ότι από τις 35 ενταξιακές «παραμέτρους», όλα αυτά τα χρόνια, η Τουρκία δεν έχει ικανοποιήσει παρά μόνο τις 14.

Πίσω από τη γαλλική «στροφή» στο ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, οι λόγοι είναι πολύ πιο «χειροπιαστοί» πέραν μιας απλής αλλαγής διπλωματίας. Από το 2009 μέχρι σήμερα, οι γαλλο-τουρκικές σχέσεις διάγουν μια μάλλον ψυχρή περίοδο. Αφορμή (εκτός από την προαναφερόμενη θέση Σαρκοζί) στάθηκε η υιοθέτηση από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γαλλίας νομοθεσίας που αποδέχεται τον όρο γενοκτονία για τη σφαγή των Αρμενίων το 1915. Αυτό εκτός από τη διπλωματική οργή είχε και οικονομικές συνέπειες. Οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών συρρικνώθηκαν και το μερίδιο των γαλλικών επιχειρήσεων στις ξένες επενδύσεις στην Τουρκία μειώθηκε από 6% σε 3%.

Αυτό επιδιώκει ν' αλλάξει ο Γάλλος πρόεδρος. Συνοδευόμενος από σειρά επιχειρηματιών, κυρίως στον τομέα των υποδομών και της πυρηνικής τεχνολογίας, ο Ολάντ επιδιώκει να αντιστρέψει το κλίμα και ν' ανοίξει και πάλι την πόρτα στη δραστηριότητα των γαλλικών κολοσσών στην τόσο «φιλική» από άποψη εργασιακών συνθηκών και φορολογίας τουρκική αγορά. Κύριος στόχος τους, σύμφωνα με πληροφορίες, συμβόλαια για ανάληψη έργων υποδομής στο σιδηροδρομικό δίκτυο και στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, που θα μπορούσαν να φθάσουν σε αξία ακόμη και τα 40 – 50 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2020.

Στο περιθώριο, δε, όλων αυτών των επαφών θα ήταν αφελές να μην υποψιαστεί κανείς ότι οι δύο πλευρές θα συζητήσουν και τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και κυρίως στη Συρία. Τουρκία και Γαλλία, από διαφορετική αφετηρία και με διαφορετικό τρόπο, θα τολμούσε κανείς να πει ότι είναι οι «χαμένες», όχι στον ίδιο βαθμό βέβαια λόγω και της διαφορετικής ισχύος τους σε παγκόσμιο επίπεδο, των πρόσφατων εξελίξεων στη Συρία. Η ενεργή ανάμιξη της Άγκυρας στο πλευρό της συριακής αντιπολίτευσης, όπως και της Γαλλίας, και η ανάδειξή τους στους πλέον σθεναρούς υποστηρικτές ενός στρατιωτικού πλήγματος (πλην Σ. Αραβίας και ορισμένων μοναρχιών του Κόλπου) τις έχει φέρει σε μια μάλλον δύσκολη θέση μετά το «άδειασμα» από την Ουάσινγκτον με την «στροφή» προς τη διπλωματία και προς τον μαραθώνιο που οδήγησε στην πραγματοποίηση, τις μέρες αυτές, της συνόδου της «Γενεύης ΙΙ», η οποία μπορεί να μην κομίζει άμεσες λύσεις αλλά σίγουρα περιθωριοποιεί τις πολεμικές ιαχές.

πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top